Η εποχή του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών τελειώνει. Με τη λήξη της New START, της τελευταίας συμφωνίας που έθετε νομικά δεσμευτικά όρια στα πυρηνικά οπλοστάσια των ΗΠΑ και της Ρωσίας, ο κόσμος εισέρχεται σε μια φάση χωρίς θεσμικά φρένα, χωρίς επιθεωρήσεις και –κυρίως– χωρίς εμπιστοσύνη.
Όπως όλα δείχνουν, από αύριο, 4 Φεβρουαρίου, για πρώτη φορά εδώ και μισό αιώνα, τα δύο μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια του πλανήτη δεν θα δεσμεύονται από κανέναν μηχανισμό ελέγχου. Και αυτό από μόνο του αλλάζει ριζικά το στρατηγικό τοπίο.
Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη διαχείριση του κινδύνου
Η λήξη του New START δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Είναι το τέλος μιας μακράς ιστορικής διαδρομής που ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’70, με τις πρώτες συνομιλίες περιορισμού στρατηγικών όπλων ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα, και κορυφώνεται τη δεκαετία του ’80 με τις συμφωνίες Ρίγκαν–Γκορμπατσόφ.
Οι συμφωνίες αυτές δεν εξάλειψαν ποτέ τον πυρηνικό κίνδυνο. Όμως εισήγαγαν κάτι κρίσιμο: προβλεψιμότητα. Επιθεωρήσεις, ανταλλαγή δεδομένων, ειδοποιήσεις για δοκιμές και μετακινήσεις. Μηχανισμοί που μείωναν την πιθανότητα παρερμηνειών – και άρα ατυχημάτων ή κρίσεων ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Το New START, που τέθηκε σε ισχύ το 2011, περιόριζε τους ανεπτυγμένους στρατηγικούς πυρηνικούς πυραύλους και κεφαλές στις 1.550 ανά πλευρά. Ένας αριθμός υπεραρκετός για αμοιβαία καταστροφή, αλλά τουλάχιστον με σαφή όρια και διαφάνεια.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 λειτούργησε ως καταλύτης. Η Μόσχα «πάγωσε» τη συμμετοχή της στη συνθήκη, οι επιθεωρήσεις σταμάτησαν και η επικοινωνία περιορίστηκε στο ελάχιστο. Όπως παραδέχονται ειδικοί και από τις δύο πλευρές, δεν μπορεί να υπάρξει συνθήκη ελέγχου όπλων όταν η γενική κατάσταση των διμερών σχέσεων βρίσκεται σε εμπόλεμη τροχιά.
Ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας άτυπης συνέχισης των ορίων, χωρίς όμως το κρίσιμο σκέλος των επιθεωρήσεων. Από την άλλη πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ μιλά για «καλύτερες συμφωνίες», αφήνοντας να αιωρείται ακόμη και το ενδεχόμενο επανέναρξης πυρηνικών δοκιμών – μια εξέλιξη που θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις παγκοσμίως.
Η επιστροφή της λογικής του «όσο περισσότερα, τόσο καλύτερα»
Χωρίς το New START, επανέρχεται στο τραπέζι μια παλιά, επικίνδυνη συζήτηση: η αύξηση του αριθμού των πυρηνικών κεφαλών, όχι μέσω νέων πυραύλων, αλλά μέσω της «φόρτωσης» περισσότερων κεφαλών σε υπάρχοντα συστήματα.
Η Ρωσία διατηρεί αυτή την τεχνογνωσία ενεργή εδώ και χρόνια. Οι ΗΠΑ, αντίθετα, είχαν εγκαταλείψει αυτή τη λογική στο πλαίσιο των συμφωνιών. Σε ένα περιβάλλον χωρίς περιορισμούς, η ισορροπία μπορεί να μετατοπιστεί γρήγορα – και όχι υπέρ της Ουάσιγκτον, όπως προειδοποιούν ακόμη και πρώην Αμερικανοί διαπραγματευτές.
Ο παράγοντας Κίνα και το νέο δίλημμα
Το τοπίο περιπλέκεται περαιτέρω από την άνοδο της Κίνα ως πυρηνικής δύναμης. Το Πεκίνο αυξάνει με ταχείς ρυθμούς το οπλοστάσιό του, χωρίς να δεσμεύεται από καμία διεθνή συμφωνία. Για την Ουάσιγκτον, το πρόβλημα δεν είναι πλέον ένας αντίπαλος, αλλά δύο: Ρωσία και Κίνα ταυτόχρονα.
Αυτό τροφοδοτεί την άποψη, κυρίως στους αμερικανικούς στρατιωτικούς κύκλους, ότι απαιτείται ένα μεγαλύτερο πυρηνικό απόθεμα για την αντιμετώπιση ενός «διπλού ανταγωνιστή». Το Πεκίνο, από την πλευρά του, ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να συζητήσει περιορισμούς αν δεν πλησιάσει πρώτα σε επίπεδα ισοτιμίας με τις άλλες δύο υπερδυνάμεις.
Ένας κόσμος πιο ασταθής – και πιο απρόβλεπτος
Η ουσία του New START δεν ήταν μόνο οι αριθμοί. Ήταν το σύστημα διαφάνειας που περιόριζε τα χειρότερα σενάρια. Με τη λήξη του, ο κόσμος επιστρέφει σε μια λογική πυρηνικής αποτροπής χωρίς κανόνες, σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι περιφερειακοί πόλεμοι και η τεχνολογική κούρσα αυξάνουν δραματικά τον κίνδυνο λάθους υπολογισμού.
Δεν ξεκινά αναγκαστικά αύριο μια νέα κούρσα εξοπλισμών. Όμως το έδαφος έχει στρωθεί. Και σε έναν κόσμο χωρίς μηχανισμούς εμπιστοσύνης, κάθε κρίση γίνεται πιο επικίνδυνη από την προηγούμενη.
με πληροφορίες από New York Times, Economist, BBC
